Category Archives: Ταινιες

Σχετικά με το πέρασμα κάποιων προσώπων μέσα από μια αρκετά σύντομη χρονική μονάδα

Sur le passageΣχετικά με το πέρασμα κάποιων προσώπων μέσα από μια αρκετά σύντομη χρονική μονάδα

Η ταινία γυρίστηκε σε φιλμ 35 χιλιοστών και έχει διάρκεια 19 λεπτά. Πρόκειται για τη δεύτερη ταινία του Γκυ Ντεμπόρ, η οποία ακολούθησε τα Ουρλιαχτά για χάρη του Σαντ (Hurlements en faveur de Sade) που γυρίστηκαν το 1952. Η παραγωγή έγινε από τη Δανο-Γαλλική Εταιρεία Πειραματικών Ταινιών (Dansk-Fransk Experimentalfilmskompagni), η οποία είχε ιδρυθεί από τον Άσγκερ Γιορν. Τα γυρίσματα έγιναν τον Απρίλη του 1959. Το μοντάζ ολοκληρώθηκε το Σεπτέμβρη του 1959.


Διάρκεια: 18:48

Έτος Παραγωγής: 1959

Γλώσσα: Γαλλικά

Υπότιτλοι: fr

Κωδ.Καταχώρησης:T140

Παράνομη

illegalΠαράνομη

Η Τάνια και ο 14χρονος γιος της, μετανάστες από τη Ρωσία, ζουν παράνομα στο Βέλγιο τα τελευταία οκτώ χρόνια. Όταν εκείνη συλλαμβάνεται, αποκρύπτει την ταυτότητά της και ξεκινά έναν άνισο αγώνα για να αποφύγει την απέλαση.

Το δράμα φλερτάρει με την καταγγελία, αλλά η Κεσένς το προσγειώνει στην ανθρώπινη πλευρά, αφήνοντας χώρο στον Ντεπάς να μιλήσει νηφάλια για τη δυτική πολιτική απέναντι στους τριτοκοσμικούς «εισβολείς». Θα ήθελε, αλλά δεν είναι μια ταινία των αδερφών Νταρντέν, αν και η ντοκιμαντερίστικη κάμερα ξύνει λίγο πιο βαθιά από τα αναμενόμενα, φτηνά συναισθηματικά άλλοθι κοινωνικής συμπάθειας.


Διάρκεια: 95:00

Έτος Παραγωγής: 2010

Γλώσσα: Γαλλικά

Υπότιτλοι: gr

Κωδ.Καταχώρησης:Τ139

Si Puo Fare (Μπορεί να γίνει)

Si puo fareSi Puo Fare (Μπορεί να γίνει)

Η ταινία ασχολείται με την αποασυλοποίηση κατά τη δεκαετία του ’80 στην Ιταλία, όταν εφαρμόστηκε ο νόμος Basaglia για το κλείσιμο των ψυχιατρείων, οπότε και αναπτύχθηκε πλήρες δίκτυο υπηρεσιών στην κοινότητα για την υποδοχή των πρώην έγκλειστων τροφίμων.

Ο Νέλο, ένας συνδικαλιστής στα χρόνια του 1980, προσπαθεί να δει τι θα κάνουν όλους αυτούς τους τροφίμους που βγαίνουν ελεύθεροι στην αχρηστία του τίποτα. Και φτιάχνει μια «κολεκτίβα», από την οποία θα δοθούν αφορμές για τσουχτερές επισημάνσεις.

Ακολουθεί το κείμενο παρουσίασης για την ταινία από μια εκδήλωση-συζήτηση που οργάνωσε η Αυτοοργανωμένη Δομή Υγείας Εξαρχείων με θέμα την ψυχική υγεία

Η ταινία εκτυλίσσεται τη δεκαετία του ’80 , όταν εφαρμόστηκε ο νόμος Μπαζάλια για το κλείσιμο των ψυχιατρείων και αναπτύχθηκε ένα πλήρες δίκτυο υπηρεσιών στην κοινότητα. Ίσως είναι πιο επίκαιρη από ποτέ δεδομένης της απόφασης να κλείσουν τα 3 κύρια δημόσια ψυχιατρεία της Ελλάδας (ΨΝΑ, Δρομοκαίτειο και ΨΝ Θεσσαλονίκης) μέχρι τον Δεκέμβρη του 2015.

Η διαδικασία αδειάσματος των τμημάτων με ασθενείς χρόνιας παραμονής έχει ξεκινήσει. Ήδη έχουν ακουστεί ψίθυροι για τη βίαιη μετακίνηση ηλικιωμένης ασθενούς από Γηροψυχιατρικό Τμήμα του ΨΝΑ σε Ιδιωτική Κλινική με τη χρήση ηρεμιστικής ένεσης. Γίνεται αντιληπτό πως στην υλοποίηση του συμφώνου Λυκουρέτζου- Αντόρ για το κλείσιμο των ψυχιατρείων καταπατούνται τα βασικά δικαιώματα των ασθενών, όπως η ενημέρωση, η επιλογή και η συγκατάθεσή τους. Ο στόχος για την ψυχοκοινωνική τους αποκατάσταση έρχεται σε δεύτερη μοίρα. Στην πράξη, η μετακίνηση των 400 χρόνιων ασθενών πραγματοποιείται με άσκηση πίεσης στις οικογένειες να πάρουν πίσω τους συγγενείς τους και με την κάλυψη κενών θέσεων σε στεγαστικές δομές (δημόσιες ή των ΜΚΟ) εντός, αλλά και εκτός Αθηνών. Η υλοποίηση της fasttrack «ψυχιατρικής μεταρρύθμισης» ολοκληρώνεται με την ίδρυση Ψυχιατρικών Τομέων σε χώρους Γενικών Νοσοκομείων που δεν πληρούν τις προδιαγραφές και που περισσότερο παραπέμπουν σε «αποθήκες ψυχών» μέσα στα νοσοκομεία. Το μεγαλεπήβολο σχέδιο της Ψυχιατρικής Μεταρρύθμισης ξεκίνησε λάθος, ως επιβολή από τις αρμόδιες αρχές της Ε.Ε. το 1989, και συνεχίζει τη λάθος διαδρομή του με τον ίδιο ακριβώς τρόπο. Με μια πρόχειρη, βιαστική κάλυψη των κενών ώστε το Υπουργείο Υγείας να εκπληρώσει τις δεσμεύσεις του στην Ευρώπη και να συνεχιστεί η εκταμίευση των κονδυλίων του ΕΣΠΑ για την ψυχική υγεία.

Οι σπασμωδικές κινήσεις που συνοδεύουν τις μεταρρυθμιστικές προσπάθειες για την τήρηση των συμφωνιών με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή δείχνουν πως η ολοκλήρωση της ψυχιατρικής μεταρρύθμισης στην Ελλάδα έχει να κάνει με μια πρόχειρη μεταφορά «αντικειμένων» από μία φυλακή σε μια άλλη, ή ακόμα και στον δρόμο. Σύμφωνα με το πρόγραμμα «Ψυχαργώς», ήδη έπρεπε να έχουμε προχωρήσει στην ανάπτυξη κοινοτικών δομών πρόληψης και θεραπείας, καθώς και στην υλοποίηση ενεργειών επανένταξης των ψυχικά ασθενών. Αν εξετάσουμε τις Μονάδες Ψυχοκοινωνικής Αποκατάστασης (οικοτροφεία, ξενώνες, προστατευόμενα διαμερίσματα και κέντρα ημέρας στο πλαίσιο της κοινότητας) που συμπεριλήφθηκαν εξ αρχής στο μεταρρυθμιστικό πλάνο των ψυχιατρικών υπηρεσιών, θα διαπιστώσουμε πως ο τρόπος λειτουργίας τους χωλαίνει. Πρόκειται για εταιρίες μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα, των οποίων η λειτουργία «κρέμεται» από κονδύλια του ΕΣΠΑ, όποτε αυτά προκύπτουν. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα τη δυσκολία κάλυψης των λειτουργικών εξόδων των ασθενών (λογαριασμοί, ενοίκια, διατροφή). Για την κάλυψη τέτοιων δυσλειτουργιών η κυβέρνηση έχει σκοπό να παρακρατά ένα μεγάλο ποσοστό από τις συντάξεις των ψυχικά πασχόντων προκειμένου να συνεχίσουν να «φιλοξενούνται» σε αυτές τις δομές.

Πέρα από τα λειτουργικά ζητήματα, η μεγαλύτερη δυσκολία αυτών των δομών έγκειται στο ανέφικτο της εκπλήρωσης της υπόσχεσης για κοινωνική και επαγγελματική επανένταξη. Ασθενείς που μπήκαν στο ψυχιατρείο με σκοπό να θεραπευτούν, τελικά χρειάζονται θεραπεία εξαιτίας της νοσηλείας τους. Ιδιαίτερα για τους χρόνιους ασθενείς είναι πολύ δύσκολο να επανέλθουν, όταν συστηματικά αντιμετωπίζονταν ως αόρατα σώματα. Το άσυλο αφήνει ανεξίτηλη τη σφραγίδα του. Στην ταινία αυτοί οι ασθενείς αποκαλούνται- πολύ εύστοχα- «εξώκλειστοι». Η δυσκολία του εγχειρήματος έχει να κάνει και με τη στάση του κοινωνικού συνόλου απέναντι στον ψυχιατρικό ασθενή και την προσπάθεια επανένταξής του. Μπορεί η φυσική απόσταση να μειώνεται -με την μεταφορά του ασθενούς από ένα απομακρυσμένο άσυλο στην κοινότητα- αλλά ο ασθενής παραμένει στο περιθώριο. Θα έπρεπε να τεθεί το ερώτημα πώς μπορεί να προχωρήσει ένα πρόγραμμα αποασυλοποίησης και ψυχοκοινωνικής αποκατάστασης όταν ο κοινωνικός ιστός παραμένει αμετακίνητος ως προς την αναπαράσταση του για τον ψυχικά πάσχοντα και την στάση που κρατάει απέναντί του.

Σ’ αυτή την αναπαράσταση και στον αποκλεισμό του, η επιστήμη της ψυχιατρικής έχει παίξει καθοριστικό ρόλο. Έχει αναλάβει να μετατρέπει την διαφορετική-εκτός πλαισίου κανονικότητας όπως ορίζεται από τα κυρίαρχα μέσα- έκφραση της ψυχικής οδύνης σε αρρώστια. Ο ψυχίατρος χρήζεται ως ο μόνος κατάλληλος να την χειριστεί. Οι κατασταλτικοί μηχανισμοί βρίσκουν έδαφος νομιμοποίησης μέσω της επιστήμης της ψυχιατρικής, με τους ψυχιάτρους να περιφρουρούν την έννοια της κανονικότητας. Να σκιαγραφούν τα όρια του κοινωνικού σώματος και του ποιοί είναι αποδεκτά μέλη.

Με τον μανδύα του επιστήμονα νομιμοποιούνται να καταστέλουν τις κοινωνικές αντιφάσεις, συμβάλλοντας έτσι στην κοινωνική συναίνεση.

Απ ΄ότι φαίνεται η κυριαρχία «χρειάζεται» να διατηρεί στο περιθώριο κάποιες ομάδες, ως αποδιοπομπαίους τράγους που φορτώνονται στις πλάτες τους τις αντιφάσεις της. Τέτοιες ομάδες παρίσακτων λειτουργούν εξισσοροπιστικά γιατί τα κακώς κείμενα της κυριαρχίας συγκεκριμενοποιούνται και απορροφούνται από αυτούς, κρατώντας έτσι ο υπόλοιπος πληθυσμός απόσταση ασφαλείας. Οι τρελοί εντός ασύλου ίσως βολεύει να παραμείνουν τρελοί και εκτός ασύλου για να μπορεί να διατηρηθεί το αξιοβίωτο των πολιτών, για να μπορούν να οριστούν δια του αποκλεισμού («είμαι υγιής γιατί δεν είμαι σαν και αυτόν»), για να ξεφορτώνουν στις πλάτες τους ό,τι δεν αντέχουν. Η ιδρυματοποίηση του ασθενή, δηλαδή η μετατροπή του σε σώμα νεκρωμένο, σε αντικείμενο, στρώνει το έδαφος για να ακουμπήσει η δική μας ανάγκη ορισμού της υποκειμενικότητάς μας. Ο ασθενής θυσιάζεται από το κοινωνικό σύνολο πολύ πιο εύκολα όταν έχει ασυλοποιηθεί, έχει χάσει τον εαυτό του. Γιατί βιώνεται ως άχρηστο αντικείμενο από τους υπόλοιπους και έτσι μειώνονται οι ενοχές της θυσίας.

Συμπεριλαμβάνοντας τις έννοιες του επικίνδυνου, άσεμνου, παρορμητικού, ανεξέλεγκτου ανθρώπου, η θυσία γίνεται ακόμα πιο εύκολη. Η ακούσια νοσηλεία (σημειωτέον το 60% των εισαγωγών γίνεται ακουσίως, κατόπιν εισαγγελικής παραγγελίας), η βίαιη μεταφορά με περιπολικό και συνοδεία αστυνομικών, η χρήση κατασταλτικών μέσων εντός ψυχιατρείου βρίσκουν έδαφος νομιμοποίησης, εφόσον- σύμφωνα με τους ειδικούς- ο ασθενής είναι επικίνδυνος για τους άλλους, αλλά και για τον εαυτό του. Ποιός όμως θα μπορούσε να αρνηθεί (εκτός των ψυχιάτρων) πως η όποια συμπεριφορά του ασθενούς έχει να κάνει με τη συστηματική καταστολή και βία που δέχεται και όχι με την αρρώστια του; Συμπεριλαμβάνοντας και την κυρίαρχη αντίληψη περί μη αποκαταστασιμότητας του ψυχικά πάσχοντος, τα όρια του υγιούς και του παθολογικού, του άξιου προς ζωή και του βιολογικά ανεπαρκούς υπερτονίζονται, προωθώντας τη λογική του κοινωνικού δαρβινισμού. Ο εγκλεισμός και οι απάνθρωπες συνθήκες κράτησής τους συνδέεται άμεσα και με το γεγονός ότι το κοινό των ψυχιατρείων αποτελείται από φτωχά κοινωνικά στρώματα, που στερούνται της διαπραγματευτικής τους δύναμης έναντια στην εξουσία. Ο τρόπος αντιμετώπισής τους εντός των ασύλων αντικατοπτρίζει τον τρόπο διαχείρισης του περιθωρίου, τον έλεγχο του διαφορετικού μέσω του εγκλεισμού και της καταστολής.

Εξ ορισμού ο εγκλεισμός στο ψυχιατρείο μετατρέπει το άτομο σε αντικείμενο ελέγχου και τιμωρίας. Οι θεραπευτικοί χειρισμοί δείχνουν πως το άτομο δεν αντιμετωπίζεται ως ολότητα, ως κάποιον που έχει μια ασθένεια. Το άτομο είναι τρελό, η αρρώστια είναι ειδωμένη ως φυσικό φαινόμενο. Αυτομάτως χάνεται η υποκειμενικότητά με την έννοια ότι παύει να έχει ιστορία, συλλογική και προσωπική. Παύει να υπάρχει διάλογος ανάμεσα στο άτομο και την κοινωνία. Η τρέλα φέρει μια ταυτότητα που σημαδεύει το άτομο σε όλη του τη ζωή. Σφραγίζεται με την ετερότητα. Αντιμετωπίζεται ως ανίκανος, μη παραγωγικός, ανάξιος για ζωή. Πώς μπορεί να ορίσει τον εαυτό του, το σώμα του και τις ανάγκες του όταν εκμηδενίζεται η ατομικότητά του, όταν αντιμετωπίζεται ως άψυχο αντικείμενο; Η βία των ασύλων αφανίζει τον έγκλειστο. Ο χρόνος του ορίζεται από τις ώρες λήψης φαρμακευτικής αγωγής και γευμάτων. Ο προσωπικός του χώρος περιορίζεται σε ένα σιδερένιο κρεβάτι και ένα κομοδίνο. Η προοπτική μιας βόλτας στον προαύλιο χώρο του ψυχιατρείου εξαρτάται από την κρίση των ειδικών για το αν θα πρέπει να εισαχθεί σε τμήμα ανοιχτό ή κλειστό (κλειδωμένη ή όχι πόρτα). Ο λόγος του χάνει την ισχύ του, εντάσσεται στο παραλήρημα ή δεν λαμβάνεται καν υπόψη. Η επιθυμία, η ανάπτυξη στόχων και πρωτοβουλιών δεν βρίσκουν χώρο έκφρασης. Οι ιδιαιτερότητες, οι ξεχωριστές ανάγκες εγκλωβίζονται στους ρυθμούς και τους κανόνες που το ψυχιατρείο επιβάλλει.

Στην ταινία δίνεται μια διαφορετική προσέγγιση της τρέλας, όχι ως νοσολογικής οντότητας που γίνεται αντικείμενο επιστημονικών ερευνών και εντάσσεται σε προκαθορισμένες κωδικοποιήσεις (DSM), αλλά με μια προσπάθεια ανάδειξης της προσωπικότητας και των δυνατοτήτων του ατόμου μέσα από την ένταξή του στην εργασία. Οι τρόφιμοι του ψυχιατρείου μέσω της συμμετοχής τους στην κολεκτίβα και με τη σταδιακή μείωση της φαρμακευτικής αγωγής τους έχουν τη δυνατότητα να εκφράσουν την υποκειμένικότητά τους και να δράσουν ως άνθρωποι και όχι ως άρρωστοι. Να αναγνωρίσουν και να εκφράσουν τις ανάγκες τους, να συνδιαλλαγούν, να αντιδράσουν, να θέσουν στόχους. Απεγκλωβίζονται από την ταύτιση της πάσχουσας υπαρξής τους με έναν κατασκευασμένο και καθορισμένο από τους ψυχιάτρους τύπο ασθένειας. Δεν αποτελούν πλέον αντικείμενα ενός ψυχιατρικού θεσμού που η όποια παρέκκλιση από τους κανόνες του ψυχιατρείου αντιμετωπίζεται ως σύμπτωμα της ασθένειας ή παράβαση που πρέπει να τιμωρηθεί. Έχουν τη δυνατότητα να επαναοικοδομήσουν ένα καινούριο εγώ, αξιολογώντας το παλιό και χτίζοντας το νέο μέσω της διαλεκτικής με την κοινωνία.

Είναι κατανοητό πως το να διεκδικήσει ένας ψυχιατρικός ασθενής μία θέση στην κοινωνία σημαίνει πως θα πρέπει να ενσωματώσει τα χαρακτηριστικά της ώστε να βιώσει τον εαυτό του ως μέλος της. Τίθεται όμως το εξής ερώτημα: η οργάνωση της εργασίας και της κοινωνικής ζωής που προώθησε το κυρίαρχο σύστημα δεν είναι αυτή που προκαλεί πόνο και αρρώστια; Ο ψυχικά πάσχον ασφυκτιά εντός των ορίων της κατεστημένης κανονικότητας και προσπαθεί να βρει τον εαυτό του και την ελευθερία του μέσα από άλλες διαδικασίες- δυστυχώς ή ευτυχώς δυσνόητες για τους περισσότερους. Εντάσσοντας τον πάλι σε μια κοινωνία υποταγμένη στους όρους του καταναλωτισμού δεν θα ήταν καθόλου παράλογο να ξαναβιώσει την υπαρξιακή οδύνη που τον οδήγησε στην τρέλα.

Οι ιδρυματικές διαδικασίες που διακρίνουν τον θεσμό του ψυχιατρείου απαντώνται και στον θεσμό της εργασίας, που προτείνεται ως θεραπευτική τακτική. Μπορεί η υποταγή στην εξουσία, η αλλοτρίωση του εγώ, η απώλεια της ατομικότητας, ο ετεροκαθορισμός του χρόνου και του χώρου να είναι καταφανή εντός των τειχών ενός ψυχιατρείου, αλλά συναντώνται και σε άλλους κοινωνικούς θεσμούς, και στην προκειμένη περίπτωση στην εργασία. Άλλωστε και στην ταινία φαίνεται πως η ένταξη στην εργασία και η ανέλιξη από ένα πόστο χαμηλών απαιτήσεων και αποδοχών σε μια κολεκτίβα με σκοπό το κέρδος μετατρέπει τους μη παραγωγικούς τροφίμους σε ικανούς εργαζόμενους που στέκονται επάξια στις επιταγές της καταναλωτικής κοινωνίας. Η αλλοτρίωση διακρίνεται και στον τρόπο που τα ταλέντα των ασθενών εντάσσονται στην εργασία και χειραγωγούνται απ’ τους μηχανισμούς του εμπορεύματος. Ο τρόπος έκφρασης και επικοινωνίας τους, η απελευθέρωση των βιωμάτων και των επιθυμιών τους δεν θα μπορούσαν να μείνουν ανεκμετάλλευτα διότι στον κυρίαρχο αστικό πολιτισμό η αγοραπωλησία διακρίνεται σε κάθε στιγμή.

Απ’ την άλλη δεν μπορούμε να παραβλέψουμε πως και μόνο η δυνατότητα δημιουργίας και έκφρασης συναισθημάτων και σκέψεων λειτουργεί απελευθερωτικά για τον ψυχιατρικό ασθενή που είχε αναγκαστεί να παγώσει κάθε μέσο έκφρασής του. Ο συνδικαλιστής της ταινίας ίσως δίνει την απάντηση στο πώς θα μπορούσε να μετασχηματιστεί η σχέση γιατρού-ασθενή από μια σχέση εξουσίας σε μια σχέση που απεγκλωβίζει την έκφραση και προωθεί την επικοινωνία. Στο στάδιο της μετάβασης από το άσυλο στην κοινότητα, ο ψυχίατρος θα μπορούσε να συμβάλει στην ομαλή επανένταξη των ασθενών στην κοινωνία και στην επανάκτηση του εαυτού τους μέσα στο κοινωνικό ιστό. Μετά την ισοπέδωση της ύπαρξής του στον χώρο του ασύλου, ο ασθενής χρειάζεται χώρο και χρόνο στο πλαίσιο της θεραπευτικής κοινότητας. Για την αποκατάσταση των χαμένων κοινωνικών ρόλων ,της επικοινωνίας και των σχέσεων χρειάζεται το προσωπικό, η κοινωνία και οι ασθενείς να αποδομήσουν τις παλιές τους ταυτότητες και να λειτουργήσουν αμοιβαία.


Διάρκεια: 106:58

Έτος Παραγωγής: 2008

Γλώσσα: Ιταλικά

Υπότιτλοι: gr

Κωδ.Καταχώρησης: Τ138

Hanna Arendt (2012)

MV5BMjIyMDM2NTUyNF5BMl5BanBnXkFtZTcwOTQ2NzAzOQ@@._V1_UX182_CR0,0,182,268_AL_Hanna Arendt

Η Χάννα Άρεντ (1906-1975) ήταν Γερμανίδα πολιτική επιστήμονας και φιλόσοφος. Η προσπάθειά της να απαντήσει στα ερωτήματα που έθεσαν τα εγκλήματα του ναζισμού αλλά και η έντονη θέλησή της να τοποθετηθεί πάνω στο θέμα της προσωπικής ηθικής ευθύνης σε καιρούς που η ανθρώπινη ζωή χάνει την αξία της είχε ως αποτέλεσμα το βιβλίο Ο Άιχμαν στην Ιερουσαλήμ – Η κοινοτοπία του κακού, φράση για την οποία («η κοινοτοπία του κακού») έγινε γνωστή σε όλον τον κόσμο.
Η έγχρωμη, δραματοποιημένη εικόνα της ικανότατης Μπάρμπαρα Σούκοβα, μούσας της σκηνοθέτιδος Μαργκαρέτε φον Τρότα, ως Χάνα Άρεντ, που παρακολουθεί με περίσσιο ενδιαφέρον, αφομοιώνει κι επεξεργάζεται τα ασπρόμαυρα, αυθεντικά αποσπάσματα από την περίφημη δίκη του Ναζί Άιχμαν στην Ιερουσαλήμ, αντιπροσωπεύει την πρόθεση και τελικά την επιτυχημένη έκβαση αυτής της ιδιότυπης και καθόλου απλής βιογραφίας μιας έντονα πολιτικοποιημένης φιλοσόφου που αντιμετώπισε σφοδρή κριτική για τις θέσεις της. Πίσω από τον γυάλινο θάλαμο όπου «φυλασσόταν» σαν ζώο σε κλουβί, η Γερμανοεβραία Άρεντ διέκρινε μια γραφειοκρατική, καθόλου τερατόμορφη, απρόσμενα συνηθισμένη προσωπικότητα στις επίσημες καταθέσεις και τις διακριτικές αντιδράσεις του Άιχμαν. Κοντολογίς, έπαθε σοκ με την έλλειψη δέους που της προξένησε ο βασανιστής που με τόσο κόπο και φασαρία συνέλαβε μυστικά η Μοσάντ στην Αργεντινή, με διπλωματικό επεισόδιο λόγω της ανορθόδοξης επιχείρησης σε ξένο έδαφος. Χωρίς να αμφισβητήσει στο παραμικρό τις θηριωδίες που ενέκρινε κι εκτέλεσε ο ανώτατος αξιωματικός, διατύπωσε μια ριζοσπαστική θεωρία περί της μπαναλιτέ του κακού και το πλήρωσε ακριβά, σε συνδυασμό με τη στενή της σχέση με τον φιλοναζί φιλόσοφο Χάιντεγκερ. Η Φον Τρότα δεν μένει μόνο στη δίκη αλλά διεισδύει στην Άρεντ, στα αισθήματα και τα διανοήματα, σε μια ταινία προβληματισμού, χωρίς να βαραίνει επικίνδυνα από το θέμα και το γεγονός πως μιλάμε για πολύπλοκα μορφώματα του μυαλού σε μια περίοδο έντονου στοχασμού, αν και με νωπά τα τραύματα του πολέμου.


Διάρκεια: 109:00

Έτος Παραγωγής: 2012

Γλώσσα: Γερμανικά

Υπότιτλοι: gr

Κωδ.Καταχώρησης: T137

Ένα τραγούδι για τον Αργύρη

argyrisΈνα τραγούδι για τον Αργύρη

10 Ιουνίου 1944. Δίστομο. Ένα μικρό χωριό, ένα βήμα από την θάλασσα, στο δρόμο από την Αθήνα προς τους Δελφούς. Εδώ επιζεί ο μικρός Αργύρης, ούτε καν τεσσάρων χρονών, στις 10 Ιουνίου του 1944 μία κτηνώδη σφαγή των Γερμανικών Δυνάμεων: Το λεγόμενο «μέτρο εξιλέωσης» μιας ναζιστικής μεραρχίας ως αντίποινα για μία επίθεση ανταρτών εναντίον των Γερμανών στην περιοχή. Σε λιγότερο από δύο ώρες σκοτώνονται 218 κάτοικοι του χωριού ? γυναίκες, άντρες, γέροι, μωρά και βρέφη. Ο Αργύρης χάνει τους γονείς του και άλλους 30 συγγενείς.

Κάμποσα χρόνια περνάει το αγόρι σε ορφανοτροφεία γύρω από την Αθήνα, μέσα σε χιλιάδες παιδιά του πολέμου. Ώσπου μία μέρα εμφανίζεται μία αποστολή του Ερυθρού Σταυρού και διαλέγει μία χούφτα παιδιά για ένα μεγάλο ταξίδι σε μία μακρινή χώρα. Ο Αργύρης θέλει οπωσδήποτε να πάει μαζί τους. Και έτσι φτάνει στην Ελβετία, στο παιδικό χωριό Πεσταλότσι στο Τρόγκεν. Χρόνια αργότερα κάνει τη διδακτορική του διατριβή στο Πολυτεχνείο της Ζυρίχης (ΕΤΗ) στα Μαθηματικά και την Αστροφυσική. Πολύ σύντομα αρχίζει να διδάσκει στα λύκεια της Ζυρίχης, μεταφράζει Έλληνες ποιητές στα γερμανικά, και εργάζεται ως βοηθός αργότερα για μερικά χρόνια, μεταξύ άλλων και με το Ελβετικό Σώμα Βοήθειας για τα θύματα καταστροφών στην αναπτυξιακή βοήθεια στη Σομαλία, στο Νεπάλ και στην Ινδονησία. Γυρνώντας στην Ευρώπη, αρχίζει τα πήγαινε-έλα μεταξύ Ελβετίας και Ελλάδας ? και οι παραμονές στην παλιά του πατρίδα όλο και παρατείνονται.

Ο Αργύρης Σφουντούρης, σήμερα 66 χρονών, είναι ένας άνδρας με συναρπαστική γοητεία και μελαγχολική ευθυμία, που έχει ασχοληθεί σε όλη του την ζωή με την παραφροσύνη, που του συνέβη όταν ήταν μικρό παιδί. Σε ένα «Συνέδριο για την Ειρήνη» – για παράδειγμα- συλλογιζόταν δυνατότητες, πώς θα μπορούσε ο κόσμος να βγει από το φαύλο κύκλο της βίας. Δεν προσπάθησε να το «ξεπεράσει» μέσα του, και να «κλείσει» το κεφάλαιο με τις παιδικές του αναμνήσεις, αλλά πολύ περισσότερο αγωνίστηκε να μάθει να ζει με αυτές και πέραν τούτου να επηρεάσει τον έξω κόσμο.

Μία ταινία για την αντιμετώπιση του προσωπικού θρήνου και του ιστορικού χρέους.

Μία ταινία για τις φαινομενικά άλυτες δυσκολίες μίας πραγματικής συμφιλίωσης, μία ταινία για την αναζήτηση της ειρήνης — ένα ταξίδι με άγνωστο τέλος.


Διάρκεια: 104:00

Έτος Παραγωγής: 2007

Γλώσσα: Γερμανικά

Υπότιτλοι: gr

Κωδ.Καταχώρησης: Τ197

Θεόφιλος

theofilosΘεόφιλος

Ο Θεόφιλος Χατζημιχαήλ, παρότι γεννήθηκε αρκετές δεκαετίες μετά την επανάσταση του 1821, μια μέρα εγκατέλειψε το ευρωπαϊκό στυλ ντυσίματος και υιοθέτησε την παραδοσιακή φορεσιά, την φουστανέλα. Ταυτίστηκε με τον ελληνικό μύθο ενός κόσμου ηρώων, από το Μεγάλο Αλέξανδρο ως τους κλέφτες και αρματολούς του 19ου αιώνα.

Τρεφόταν από τις καθημερινές μορφές του λαϊκού πολιτισμού και από το φως της Ελλάδας. Φορούσε τα ρούχα των ανθρώπων που ζωγράφιζε.

Ζούσε μέσα από τους μύθους και την ιστορία των συμβόλων αυτού του τόπου. Αυτός ο φωτισμένος άνθρωπος, οδηγήθηκε στην πιο απόκρυφη απουσία του Ελληνικού Μύθου, στην τέχνη του. Ζωγράφιζε με ένα μοναδικό προσωπικό τρόπο, πρωτοφανή για τα δεδομένα της εποχής.


Διάρκεια: 94:00

Έτος Παραγωγής: 1987

Γλώσσα: Ελληνικά

Υπότιτλοι:

Κωδ.Καταχώρησης: Τ137

 

Αγέλαστος Πέτρα

Agelastos-PetraΑγέλαστος πέτρα

H Eλευσίνα είναι μια μικρή βιομηχανική πόλη, 20 χιλιόμετρα δυτικά της Aθήνας. Mε την πόλη αυτή δέθηκε από τα προϊστορικά ακόμη χρόνια ο αγαπημένος μύθος των αρχαίων, ο μύθος της θεάς Δήμητρας, θεάς της γεωργίας και της ευφορίας της γης, και της κόρης της, Περσεφόνης. Eδώ όπου, σύμφωνα με το μύθο, πρωτοκαλλιεργήθηκαν τα θεία δώρα, τα δημητριακά, αναπτύχθηκαν και οι μεγαλύτερες βιομηχανίες της Eλλάδας, με καταστροφικές συνέπειες για την περιοχή και το ιερό. Kινηματογραφούμε αυτή την πόλη επί δέκα χρόνια, απ’ τη μεριά του προσκυνητή? παρακολουθούμε τα καθημερινά, ταπεινά και μεγαλειώδη? και ανακαλύπτουμε κτερίσματα από το αρχαίο πρόσωπο, εντοιχισμένα στη σύγχρονη ζωή. H Eλευσίνα είναι δυτικά, χώρος ιερός, σημείο και όριο για να δει κανείς τόσο τον κόσμο γύρω του όσο και τον εαυτό του.

Διάρκεια: 87:00

Έτος Παραγωγής: 2000

Γλώσσα: Ελληνικά

Υπότιτλοι: Όχι

Κωδ.Καταχώρησης: Τ136